Anestis Akritidis

Anestis Akritidis

Facebook, 18.8.2020

Η Γυναίκα, ο Έρωτας και η Ψυχή

στη “Φωτεινή έξοδο” της Κωνστάνς Δημά…

Le salut de la lumière, μουσικοί ήχοι της πιο ερωτικής γλώσσας του κόσμου. Λέξεις που εκπέμπουν λυρισμό και σε παρασύρουν σα νότες του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι από την “Παθητική συμφωνία”… “Φωτεινή έξοδος” ελληνιστί…

Λένε πως οι ποιητές, ακόμη κι όταν γράφουν σε πεζό λόγο, ποιητές παραμένουν. Σα να νότισε η Ποίηση την ύπαρξή τους και δε μπορούν να την προσπεράσουν αβρόχοις ποσίν… Το βιβλίο λοιπόν που κρατώ στα χέρια μου, ενώ αποτελείται από εφτά αφηγήματα (récits), έχει τη σφραγίδα την ποιητική. Κι είναι μαγεία να την αφουγκράζεσαι στη γαλλική γλώσσα, που κρατεί στα χέρια της λύρα μελωδική…

Εφτά διηγήσεις που διανύουν το σύμπαν της Γυναίκας, από την Γαία της “Κοσμογονίας” του Ησίοδου έως τη σύγχρονη απόγονή της. Θεώρηση φιλοσοφική για τα πιο καυτά θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο: τον έρωτα, τη φιλία, την εξουσία, το χρήμα, την παιδεία. Έννοιες που σχολιάζονται κριτικά, περνούν από το σουρωτήρι της Μυθολογίας και σμίγουν με τη ζωή της ποιήτριας που “πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω”…

Βουτά στα βάθη της Φιλοσοφίας, για να συνδέσει τις αφηγήσεις της με την ουσία του κόσμου. Εύστοχοι είναι και οι συμβολισμοί της, όπως η αυτογνωσία με τα ταξίδια του Διόνυσου ή η εξουσία με τον Γοδεφρείδο ντε Μπουγιόν.

Πυρήνας, ωστόσο, των εφτά διηγήσεων, μα και του σύνολου έργου της Κωνστάνς Δημά, είναι η ΨΥΧΗ, όπως άλλωστε και η ίδια αναφέρει. Η ψυχή του ανθρώπου και η ψυχή του κόσμου. Είναι εμφανής η οικουμενικότητα του πνεύματός της, που ξεκινά από την περιπλανώμενη ζήση της και την πολύγλωσση γνώση της και ολοκληρώνεται με την ιδεολογική της ταυτότητα.

“Η φωτεινή έξοδος” διακρίνεται από μια θεματική πολλαπλότητα: ένα γράμμα σε μια φίλη που περικλείει τα εσώψυχα της αποστολέως, τη δοκιμασία της φιλίας, τη σχέση της μάνας και του έρωτα, ψυχογραφία θαρρείς δύο γυναικών που τις αδράχνει σφιχτά η αναζήτηση της αλήθειας. Η προσωπογραφία ενός σκηνοθέτη, η παράλληλη περιπέτεια μιας ταινίας και ο ρόλος της έπαρσης και της δολιότητας. Μια μαθητική εκδρομή στο Παρίσι και οι ρήξεις των συνοδών καθηγητών. Μια δασκάλα στις Βρυξέλλες που διδάσκεται τα παιχνίδια της εξουσίας και μας δίνει μαθήματα κριτικής προς το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο ταχυδρόμος με τα βιβλία, η μνήμη (επανάληψη του “Je me souviens”) η βροχή και ο έρωτας. Η μυρουδιά του σώματος (Le souvenir du parfum) και η φύλαξή της μαζί με την αγάπη στην ψυχή και στη μνήμη. Τέλος, η πεμπτουσία της Ποίησης της Κωνστάνς Δημά, δηλαδή ο Έρωτας και ο έρωτας, θεός της Κοσμογονίας του Ησίοδου και αίσθημα ή συναίσθημα των θνητών αναιώνια, η “αρσενική και πατριαρχική τυραννία” και ο ρόλος της Παιδείας και της Εκκλησίας στη διαπάλη των φύλων.

Φινάλε σημαδιακό, η τελευταία εγκατάσταση της ποιήτριας στην Αμνισσό, αρχαίο λιμάνι της Κνωσού, “όπου ο πολιτισμός είχε φτάσει στο απόγειό του χάρη στην ισορροπία που επικρατούσε εκεί ανάμεσα στα αρσενικά και θηλυκά στοιχεία”.

Τρία αποσπάσματα του έργου θα αποτελέσουν τον επίλογο του κειμένου αυτού:

1. “Για να ενωθούμε με τα δεσμά της αδελφικής αγάπης πρέπει να κάνουμε πρώτα το ταξίδι προς τον εαυτό μας, αυτό δηλαδή που συμβολίζουν τα ταξίδια του Διόνυσου.”

2. “Η ποιότητα ενός έργου έγκειται στην ενότητά του, η οποία, πέρα από περιεχόμενο, γλώσσα, ρυθμό, ύφος, δομή, εξαρτάται και από την ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία που προβάλλει στο βιβλίο του ο συγγραφέας, ανεξάρτητα εάν αυτή είναι αντικειμενική”.

3.”Τα πιο εύκολα θύματα του συστήματος είναι οι άνθρωποι που εκφράζουν αυθόρμητα και δίχως υστεροβουλία τις ιδέες τους.”

Κατακλείδα ενδεικτικότερη από τον λόγο της ποιήτριας Κωνστάνς Δημά για τον έρωτα δεν θεωρώ πως υπάρχει:

” La voix féminine, qui existe également chez les hommes, est celle qui nous fait respecter, dans la stabilité et la fidélité qui caractérisent l’Amour (Agape), l’ expression libre de l’ Amour (Eros) ….

Κωνστάνς Δημά, σ’ ευχαριστούμε για το υπέροχο ταξίδι και σου ευχόμαστε να συνεχίσεις να δημιουργείς La poésie de la lumière…

Υστερόγραφο:

To “Le salut de la lumière” κυκλοφορεί στα ελληνικά ως “Φωτεινή έξοδος”.

Joelle Dalègre

Paris, 14.6.1998

Αγαπητή Constance,

[…]

Τώρα για το βιβλίο σου (Οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος), τι να σου πω;

1ο – Είμαι ιστορικός, και σαν ιστορικός, δεν μπορούσα να μην νιώσω ενδιαφέρον για την ιστορία σου. Βέβαια το βιβλίο δεν είναι φτιαγμένο σαν ιστορική τεκμήρια για «ιστορική χρήση» όμως, έτσι που είναι, θα το δανείσω στους φοιτητές μου (του χρόνου θα κάνω «Ελλάδα 1940 – 1999) και θα τους πω να το διαβάσουν, γιατί η ιστορία δεν είναι μόνο γεγονότα, είναι και ανθρώπινες ζωές, περιπέτειες και μοίρα.

2ο – Η δική σου προσωπική εμπειρία είναι εξαιρετική και δεν μπορεί να μην ενδιαφέρει τον αναγνώστη. Αυτό είχα κάπου νιώσει όταν οι συνάδελφοί σου μου έδωσαν τα στοιχεία σου, ο τόπος γέννησής σου και οι περιπλανήσεις σου έλεγαν πολλά… Αλλά, τώρα μπορώ να σου το πω. Ο Νίκος μου είπε : η Constanceδεν ήρθε (στην εκδρομή) γιατί έχει μια ποιητική συγκέντρωση, και, ξέρεις, είναι λίγο παράξενη. Μάλλον, είναι γι’ αυτή την «παραξενιά» που σου έγραψα γιατί γενικά ο 100% κανονικός ή «ομαλός» άνθρωπος, ίσως να μην είναι τόσο ενδιαφέρον προπάντων για μια μακρινή σχέση épistolaire. Με τράβηξε η «εξαίρεση».

3ο – Αν πρόσεξα καλά το βιβλίο σου, ίσως ήταν ή είναι η μοίρα μας να συναντηθούμε μια μέρα γιατί φαίνεται οι δρόμοι μας κάπου διασταυρώνονται.

-       Δίνουμε εξαιρετική σημασία σε 2 κοινές γλώσσες, τα ελληνικά και τα γαλλικά.

Ήρθες στο Παρίσι το 1968, τότε ήμουν κι εγώ φοιτήτρια στο Παρίσι. Τελείωσα τότε την Maîtrised’Histoire και μετά από μια licencedeLettresClassiques, άρχισα τα νέα ελληνικά. Ήμουν πρωτοετής στις LanguesOrientalesτο 1968.

-     Πάλι το 1968 – 1969πέρασαν από το Παρίσι η Φαραντούρη και οι μουσικοί τους

και ήρθαν ειδικά στις LanguesOrientales για να μας πείσουν (εμάς τους φοιτητές νέων ελληνικών) ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι εναντίον της χούντας. Με τον ίδιο σκοπό ήρθε και η Μελίνα.

-     Η τύχη σου σ’ έστειλε στην Ξάνθη, η δική μου μ’ έστειλε να κάνω μια διατριβή για τη Θράκη και το Υπουργείο μ’ άνοιξε τις πόρτες πολλών σχολείων και παρακολούθησα πολλά μαθήματα (το 90 και το 93) στην Ξάνθη και στην Κομοτηνή, όχι όμως στο δικό σου λύκειο…

-       Και τώρα έχουμε κι’ οι δυο μας μια σχέση με την Provence …

[…]

Λοιπόν σ’ αφήνω τώρα, φιλικά

Joelle

Růžena Dostálová

Πράγα, 25.6.1999

Αγαπητή κυρία Καραδήμου,

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για το βιβλίο Σας «Οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος» που μου έχετε στείλει για τη βιβλιοθήκη του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών της Σχολής μας. Το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον σ4ένα βράδυ γιατί άρχισα να διδάσκω (πρώτα Αρχαία Ελληνικά) τα Ελληνόπουλα πριν από 36 χρόνια και πριν από περίπου 50 χρόνια πήρα μέρος στα μαθήματα του κ. Δ. Παπά. Έτσι γνωρίζω και μερικά πρόσωπα του βιβλίου σας…) Τώρα συνεχίζω τη διδασκαλία των Νεοελληνικών στη Φιλοσοφική Σχολή στο Μπρνό και στα μαθήματά μου έρχονται τα εγγόνια των πριν πολιτικών προσφύγων.

Η έξοδος των πολιτικών προσφύγων στις ξένες χώρες ήταν μια μεγάλη καταστροφή για πολλές οικογένειες και είχε επιρροή στη ζωή και τύχη πολλών ανθρώπων, μα κάποτε βλέπω πως είχε καταφατική επιρροή στην ανταλλαγή πολιτιστικών αξιών λαών που πριν δεν γνώριζαν πολύ καλά ο ένας τον άλλον. Πάντα χαίρομαι όταν ακούω πως τα πριν Ελληνόπουλα έχουν ως τώρα καλές αναμνήσεις για τη χώρα μας.

Με πολλούς εγκάρδιους χαιρετισμούς

Věra Šrámková

Věra Šrámková

 

V Praze dne 14. 8. 2003

 

Constance DIMA

Malí princové vesmíru

 

Les Petits Princes de l´Univers

/překlad z francouzštiny, stran 164/

vydalo v roce 2002 nakladatelství l´Harmattan v edici Paměti XX. století

Řecká báje Únos Persefony vypráví o žalu matky, bohyně Déméter, které Hádes unesl dceru, aby se v podsvětí stala jeho ženou.

Autorka knihy je jedním z dětí politických emigrantů, kteří během občanské války (1946-1949) museli opustit svoji zemi. Osud každého z nich je jiný, jejich společným osudem jako by ale bylo dovyprávět to, o čem řecká báje mlčí: o žalu dítěte, které ztratilo matku a nepřestává toužit po jejím objetí.

Tyto děti vyrůstaly jako skuteční princové z pohádek v českých a moravských zámcích, které se změnily na ústavy sociálních zařízení, ale nádherné prostory jim nemohou nahradit mateřskou náruč. Těší se, že se jednoho dne vrátí…Ale po návratu do Řecka zjištˇují, že nejsou doma vítání. Vystudovali střední a vysoké školy, ale nenalézají pro své vzdělaní odpovídající uplatnění. Nejsou Češi, ale už ani Řekové? A tak se z „malých princů“ stávají skuteční exupérovští princové všehomíru, na které nikdo nečeká s otevřenou náručí, ale kteří si své místo na slunci musejí vydobýt.

Kniha je svědectvím právě takového hledání vlastní identity, zápasu, který musela autorka svést nejprve sama se sebou, aby se tak, dosahujíc rovnováhy mezi svou vlastní přirozeností a světem, který ji obklopuje, stal její životní příběh nakonec harmonickou součástí celého univerzalního bytí.

Je to lyrická zpovědˇ bohaté citlivé duše, zároveň ale příběh odvahy a statečnosti ženy, matky dvou dětí, které vášnivá láska k životu pomáhá překonat všechny nástrahy a nesnáze, jež pro ni osud nachystal. A která je schopná za ně poděkovat, protože dospívá k poznání, že to co ji v životě potkalo a s čím si mnohdy nevěděla rady, ji nemělo zlomit, ale všechno že bylo jediným velikým darem a do jejího života beze zbytku patří.

[...]

Tato kniha vyšla v roce 1998 v Řecku v Nakladatelství Hestia, Athènes a r roce 2002 ve Francii v nakladatelství l´Harmattan. Je věnovaná všem dětem politických emigrantů.

Vedle společného prožitého dětství v daleké cizině mají tito „malí princové“ společného ještě něco – s pohnutím a láskou vzpomínají na naši zemi, která se pro ně stala po mnoho let jejich druhým domovem a kam se rádi vracejí. Vzhledem k tomu, že jich u nás žilo kolem 20.000 a Řecké ministerstvo kultury je ochotno poskytnout na vydání knihy u nás dotaci, mohlo by se uvažovat o poměrně vysokém nákladu.

Navíc je rozjednána spoluprace s Českou televizi, která chystá natáčení pořadu „Na téma: Čeští Řekové“, jehož rámec budou tvořit životní osudy autorky této knihy.

Aphroditi Pavlidou

fb 21.6.2017

Αγαπητή Κυρία Δημά, ονομάζομαι Αφροδίτη Παυλίδου και θα ήθελα να σας εκφράσω την απέραντη χαρά μου διότι έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο σας οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος, το οποίο μόλις χθες τελείωσα. Θα ήθελα να σας αναφέρω απλά ότι δεν γνωρίζω πως έγινα φίλη στο facebook με τον Κων/ντίνο Νταντινάκη με τον οποίο ανταλλάξαμε κάποια σχόλια, με αποτέλεσμα πριν από ένα δύο μήνες και με αφορμή ένα μου σχόλιο με ρώτησε αν διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο. Με έβαλε αυτή του η ερώτηση στην διαδικασία να το παραγγείλω από την Ελλάδα και να το διαβάσω. Αυτό δεν συμβαίνει συχνά με μένα, αλλά όλα όπως αναφέρονται και στο βιβλίο σας υπάρχει κάποιος λόγος που συμβαίνουν.

Μέσα έπο την ζωή της ηρωίδας σας βρήκα τόσα πολλά στοιχεία που μοιάζουν τόσο πολύ με το δικό μου οδοιπορικό, που τελικά αισθάνομαι πολύ τυχερή που το σύμπαν για άλλη μια φορά μεσολάβησε για να πάρω αυτό το όμορφο δώρο από σας. Μένω τα τελευταία 16 χρόνια στην Βουδαπέστη, μεγαλώνοντας δύο υπέροχα παιδιά. “Μα καθώς δεν είμαι παρά μόνο η γήινη όψη της μητέρας, κλείνοντας μέσα μου τόσο τη μητέρα όσο και την κόρη, Δήμητρα και Περσεφόνη, μου λείπει αυτή η υπομονή και αυτή η αγάπη που αναμένουμε από το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η έννοια της Μεγάλης Μητέρας. Ίσως, μέσα σ’όλα τα άλλα, σκοπός της ζωής μας να είναι να μάθουμε να αγαπάμε με τις διαστάσεις αυτής της φυσιογνωμίας, δηλαδή καλούμαστε να μετατρέψουμε τη μεγάλη μας ανάγκη για αγάπη σε παγκόσμια Αγάπη και Ύπαρξη”.

Χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να επικοινωνήσω μαζί σας και να σας ευχαριστήσω και πάλι για το δώρο που μου δώσατε.

Σας εύχομαι καλό καλοκαίρι

με εκτίμηση και αγάπη

Αφροδίτη

Kostas Dandinakis

email. 26.2.2017

Κωνστάνς μόλις διάβασα τους Μικρούς Πρίγκιπες, σε συγχαίρω, υψηλή λογοτεχνική μαεστρία με απλότητα, ό, τι πιο δύσκολο ζητούμενο στην Τέχνη.

Εύγε! Να το στείλεις σε τμήματα Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας των Πανεπιστημίων μας…

Σ’ ευχαριστώ δημιουργέ του αριστουργηματικού Οι Μικροί Πρίγκιπες του Σύμπαντος

φιλιά, τα λέμε!

Κώστας

George Freris

Contact+, No 87, 2019

Constance Dima

Le Salut de la lumière

Récits

St-Honoré éditions – Paris 2019

Sept récits composent cet ouvrage en français de Constance Dima, une écrivain grecque cosmopolite, qui parle et écrit sept langues européennes, qui a vécu et travaillé dans cinq pays de l’Europe Unie, et ayant composé quatre recueils poétiques en quatre langues (grec, français, tchèque et bulgare), trois œuvres en prose, trois aussi versions françaises d’ouvrages grecs et cinq traductions du français en grec, une du grec en français, un recueil de poèmes du grec en bulgare et un scénario du tchèque en grec. Constance Dima donc, ayant une œuvre importante d’écrivain polyglotte et une riche expérience dans l’éducation, comme enseignante du français, du grec et du bulgare, et surtout ayant vécu sous plusieurs régimes en ex-Tchécoslovaquie, en France, en Bulgarie, en Grèce, en Belgique, elle nous apporte avec son dernier ouvrage – le quatrième en prose – la description de six déceptions psychologiques d’une narratrice anonyme et une révélation qui compense ses souffrances morales. Ces sept petits récits exposent en fait les réflexions intimes de la narratrice-écrivain, lors de sa carrière, soit la période où comme fonctionnaire d’état, était plongée dans un silence absolu. A présent libérée de ses fonctions professionnelles, le moi trouve l’occasion d’étaler ses expériences des six événements, qui l’ont profondément marqué et de cette façon, ce moi blessé prend sa revanche et revendique sa vérité au moyen de la littérature, des personnes qui l’ont gravement désavoué.

Ces petits récits psychologiques en forme brève, pivotent autour du problème de la difficulté des relations humaines, thème central des sept récits en prose, où la narratrice est à la recherche d’un faible rayon de lumière, soit d’une sorte d’issue pour se soulager la douleur qui l’accable. Dans chaque récit, le lecteur discerne une sorte de solution, une issue salvatrice, acquise grâce à la représentation du passé, à la réhabilitation de son « honneur » et au souvenir exact, touchant le moindre détail d’un affrontement ou plutôt d’un malentendu du passé. Cette reconstruction d’un fait, revu et en particulier revécu par la conscience éveillée constitue une animation d’auto-création du moi, démontrant que le temps n’efface pas tous les affronts inscrits dans le subconscient.

Il est vrai que le moi-narrateur confronte des questions tout à fait personnelles mais qui vite sont conçues par le lecteur comme des phénomènes universels, c’est-à-dire que la problématique personnelle prend non pas des dimensions universelles mais des allures des cas communs, généraux. Ainsi sont suscitées les questions de l’amitié et de l’amour, de la coexistence pacifique et de la coopération professionnelle. Le but donc de l’auteur-narratrice est de faire motiver son lecteur à récupérer un passé décrit simplement mais avec finesse, soit à l’inciter d’effectuer un voyage intérieur vers « la lumière » pour atteindre la qualité, la vérité, la sérénité. Constance Dima pour y arriver utilise la création littéraire, le récit, donnant une force, une conviction à son discours qui parvient à résoudre habilement, au moyen de l’explication pure et simple, toute question posée ou traitée.

C’est ainsi que dans son récit, « Lettre à une amie communiste », elle rétablit la confusion à propos d’une vérité concernant l’enfance des enfants des familles grecques vivant à l’exil, après la guerre civile, non mentionnée dans le texte mais suscitée par le contexte ; dans « Le Réalisateur », elle tient à dévoiler  la trahison de l’amitié par la manœuvre du vol de la propriété intellectuelle et l’injustice commise par un ami  ; dans « Zinovia », le lecteur constate l’antagonisme professionnel et comment on s’empare ou on vole les idées des autres pour les rendre siennes , tandis que dans « L’Institutrice », elle démontre comment la brimade, la vexation et toute sorte d’intimidation de la part d’un supérieur, d’un groupe social ou professionnel, blessent et offensent les gens de bonne volonté ; dans « Les Larmes de l’amour »,  la souffrance due à l’amour non partagé est décrite avec affinité et subtilité, ne laissant pas insensible le lecteur, alors que dans « Le Souvenir d’un parfum », elle avoue qu’acquise de l’expérience de la vie, elle est résignée à trouver refuge à la poésie, au sens aristotélicien, soit de s’occuper de la création. Et justement, au dernier récit, qui est une communication intitulée, « Le Salut de la lumière », prononcée au XXIIe Congrès Mondial des Poètes, elle soutient que seule la poésie, seule la création -et dans son cas il s’agit de la création littéraire- peut donner une solution, peut illuminer le monde obscur de nos pensées et de nos peines.

En effet, cette œuvre de Constance Dima est un appel à découvrir le discours, celui de la langue maternelle mais aussi étrangère. Le fait qu’elle publia cet ouvrage en français -et selon les informations données dans la bibliographie, à la fin du livre, on apprend qu’une traduction ou pour mieux préciser, une auto-traduction en grec est attendue- nous convainc qu’elle a une sensibilité à l’inhabituel, à l’altérité langagière, ce qui nous pousse à confirmer que cette épreuve vers l’étrange ou l’étranger apparente avec l’épreuve du lecteur de cet ouvrage, où les personnages analysés sont vus et conçus sous la vision de la narratrice-analysée.

L’écriture, l’art, quelques histoires issues du passé, certaines rencontres caractéristiques, quelques périodes difficiles, certains livres ou lectures, finissent toujours à nous inciter, à nous rendre plus près de la création, à donner une forme à l’amorphe, aux mots ou aux répliques oubliées, aux sentiments engourdis par le temps, à l’histoire d’une vie à reconstruire. C’est le cas de ce livre de Constance Dima, qui par une forme poétique, avec un vocabulaire limpide mais bien choisi qui fonctionne pour trouver sa cible sémantique, nous décrit des passages d’une vie sortie d’un songe, des événements quotidiens qui nous touchent. Elle nous fait l’étalage des plusieurs scènes qui suscitent des sentiments subtils, fins, non pas pour cacher la dure réalité, encore moins pour l’affaiblir, mais pour souligner justement que la méchanceté, le mensonge,  la trahison, la jalousie, le profit personnel etc. ont toujours un aspect angélique.

D’ailleurs, le fait que très souvent la narration de ces récits est présentée sous une forme poétique, soit des petits paragraphes, séparés entre eux par un espace -trait qui laisse au lecteur un temps de réflexion- puis à la fin, en bas de la page, par des caractères en italique, il y a une sorte de conclusion, une didactique qui rappelle au lecteur que cette œuvre est l’écho d’un humanisme perdu, transformé, camouflé par un méta-modernisme inhumain, souvent cruel et injuste, fondé sur un progrès mal conçu et égoïste.

Le Salut de la lumière est une œuvre littéraire mais aussi philosophique, sans ambitions morales ou idéologiques, démontrant que l’individu actuel affronte dans son quotidien une série de problèmes que seule la littérature, que seul l’art du discours peut non pas lui donner une solution mais au moins lui apporter un réconfort, celui de la création. Et Constance Dima, avec son talent avisé et délicat, parvient à scruter l’âme humaine par des histoires vraies, revécues et ré imaginées.


Email 23.4.2018

Αγαπητή Κωνστάνς,

 

[...]

Το πόνημά σου «Φωτεινή έξοδος» είναι ένα μικρό «κόσμημα». Θα αντέξει στο χρόνο, γιατί η κάθε λέξη του είναι μετρημένη, σωστά τοποθετημένη, υπάρχει μια σύνδεση εσωτερική μεταξύ των διηγήσεων, οι οποίες εκπέμπουν μια ηρεμία μετά από μια εσωτερική φουρτούνα, χωρίς μελοδραματικές πόζες. Είναι μια γραφή της εσωτερικής μνήμης,  ένα υπόδειγμα της έντονης θύμησης της αδικίας.

[...]


Μανδραγόρας, τεύχος 54

Απρίλιος 2016

 

ΚΩΝΣΤΑΝΣ ΔΗΜΑ

Το κυανόχρωμα της μοναξιάς

Θεσσαλονίκη, Σαιξπηρικόν, 2015, σελ.142

Η Κωνστάνς Δημά είναι μια πνευματική δημιουργός, που δεν αρκείται στην ποίηση μόνο ή στον πεζό λόγο, ούτε γράφει αποκλειστικά σε μία και μόνο γλώσσα, αλλά γνωρίζοντας πέντε ξένες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, ρώσικα, βουλγάρικα και τσέχικα), εκφράζεται απευθείας στη γλώσσα του Άλλου, ασχολούμενη με πολλά είδη λόγου. Ανήκει μ’ αυτόν τον τρόπο στις «σύγχρονες συνειδήσεις» που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός νέου ευρωπαϊκού πνεύματος, στη διάπλαση μιας νέας κι ευρείας αντίληψης της συγκατοίκησης, όπου οι πολιτισμικές διαφορές αντί να διαιρούν ενώνουν, αντί να περιχαρακώνουν τα άτομα ή τα έθνη τα γεφυρώνουν, αντί να επιβάλουν τον μονόλογο του αυταρχισμού συμβάλλουν στον εμπλουτισμό και στην ανανέωση παραδοσιακών δεδομένων.

Με το μυθιστόρημα της, Το κυανόχρωμα της μοναξιάς, δημοσιευμένο από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν», που είναι η ελληνική απόδοση από την ίδια την συγγραφέα, του αντίστοιχου πρωτοδημοσιευμένου μυθιστορήματος στα γαλλικά, το 2011, με τον τίτλο La solitude a la couleur de lazur, η Κωνστάνς Δημά προσφέρει στο ελληνικό κοινό μια πρωτότυπη μυθιστορηματική αφήγηση και επιπλέον μια αυτομετάφραση, δηλαδή ένα λογοτεχνικό κείμενο όπου η δημιουργός δεν αποβλέπει τόσο στην πολιτιστική διαφορά που χωρίζει τον αναγνώστη από τον συγγραφέα, όσο στο να συνειδητοποιεί ο αναγνώστης, μέσω της ίδιας πλέον «συγγραφικής γλώσσας» που μεταφέρει ένα αλλότριο νόημα, την ισορροπία που επιχειρείται να εδραιωθεί ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους πολιτισμούς.

Το κυανόχρωμα της μοναξιάς είναι ένα σύγχρονο, μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, ως προς τη σύλληψη και τη μορφή, όπου η διήγηση στηρίζεται σε δυο πρωταγωνιστές που ανταλλάσσουν επιστολές, στο γάλλο ποιητή, Λυσιέν και στην ελληνίδα καθηγήτρια γαλλικής στη Μέση Εκπαίδευση, τη Δανάη, που είναι ταυτόχρονα ποιήτρια και μεταφράστρια. Στην αρχή η αλληλογραφία τους γίνεται με την ανταλλαγή επιστολών και καθώς με τα χρόνια εξελίσσεται η τεχνολογία, επικοινωνούν κι ανταλλάσσουν μεταξύ τους ηλεκτρονικά μηνύματα. Αν και η όλη διαδικασία της αλληλογραφίας, παρουσιάζεται από την πλευρά της Δανάης, η σύντομη εισαγωγή για τις επιστολές που έλαβε για τον Λυσιέν περιορίζεται στο να εξηγήσει στον αναγνώστη πώς ξεκίνησε η σχέση τους, αρχικά ως πνευματική και στη συνέχεια ως ερωτική, πώς ευδοκίμησε και πώς εξελίχθηκε τελικά, παρεμβαίνοντας ελάχιστα η ίδια ως αφηγήτρια. Αρκείται στο να αναφέρει α διάφορα στάδια που γνώρισε η φιλία-σχέση τους, αφήνοντας στον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από την επιστολογραφία των δύο πρωταγωνιστών.

Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, μετά την σύντομη περιγραφή των συνθηκών γνωριμίας τους, έχουμε τριάντα τρεις επιστολές του Λυσιέν προς τη Δανάη, και καμιά επιστολή της Ελληνίδας προς τον Γάλλο ποιητή, γιατί υποτίθεται ότι η Δανάη δεν κρατούσε αντίγραφο, ενδεχομένως γιατί ποτέ δεν φαντάστηκε ότι ο ιδιαίτερα καλλιεργημένος αυτός άνθρωπος, που την «προέτρεψε» να τον αγαπήσει, θα την πρόδιδε τελικά, αγνώμων και εγωιστικά περιχαρακωμένος στη φύση του. Αυτή, από την πλευρά της, διαισθανόταν προς το τέλος της σχέσης τους ότι «η αρμονία, γέννημα της ένωσης αγάπης-μίσους, αγρυπνούσε δίπλα της» (σ. 134). Κατά συνέπεια, η αφηγήτρια εξιστορεί μονοφωνικά, έχοντας ένα διπλό πλεονέκτημα καθώς δεν επιβάλει δομικούς περιορισμούς και προσκομίζει στον αναγνώστη τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της σχετικά με τις αντιλήψεις του αποστολέα. Στην προκειμένη περίπτωση διαβάζουμε τις επιστολές του Λυσιέν από τις 3/1/1997 μέχρι και τις 17/5/1999, και διαμορφώνουμε άποψη για τη στάση του, η οποία μέσω των αποκαλυπτικών στοιχείων προκύπτει πως η συμπεριφορά του ήταν ανάρμοστη κι εκτίθεται ανεπανόρθωτα. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος, από τις 6/10/2004 έως και τις 8/01/2006, όπου ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι έχει έρθει η ρήξη στο δεσμό τους, με την ανταλλαγή δεκαέξι ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

Η Κωνστάνς Δημά επιχειρεί λοιπόν με αυτό το μυθιστόρημα, χωρίς μελοδραματισμούς, να καταγράψει απόψεις, να διηγηθεί έναν έρωτα τυχαίο, σχεδόν απρόσμενο, μεταξύ δυο ανθρώπων των γραμμάτων που δεν ευτύχησε και παραμένοντας στα πλαίσια μιας απλής φιλίας, η γυναίκα γίνεται θύμα μιας περίεργης διανοητικής πλεκτάνης εκ μέρους του άντρα, ο οποίος διεκδικεί την ελευθερία στην προσωπική του ζωή αλλά και μια αδέσμευτη σεξουαλική συμπεριφορά. Αντίθετα η γυναίκα, αποβλέπει σε μια σταθερή σχέση και επιμένει στην ειλικρίνεια των αισθημάτων της. Με τρόπο έξυπνο, η συγγραφέας περνά από την κλασική αλληλογραφία στη σύγχρονη ηλεκτρονική μορφή επικοινωνίας και ανάγει το προσωπικό στο γενικό και κοινωνικό, μεσ’ από μια γραφή άμεση και προπάντων ειλικρινή.

Η τεχνική αυτή αντανακλά τη δυναμική λειτουργία ης επιστολής, αφού ένα γράμμα μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία φαντασίας και μια λιτή ανάλυση των γεγονότων με ανάλογο τρόπο, ένα φανταστικό γράμμα μπορεί να εναλλάσσει τον αφηγηματικό και τον ηθοπλαστικό λόγο, βάσει της αρχής ότι η λογοτεχνία θα πρέπει συγχρόνως να διαπαιδαγωγεί, να ψυχαγωγεί και να συγκινεί. Επιπλέον, αλληλογραφώντας, ο ήρωας των επιστολικών μυθιστορημάτων αποκομίζει εμπειρίες, διότι η αλληλογραφία αναπτύσσει διαπροσωπικές σχέσεις και ευνοεί την ανάλυση ψυχικών καταστάσεων διαφορετικών χαρακτήρων. Η κατ’ ανάγκη στατική θέση του αλληλογράφου εμπλουτίζεται από τα ψυχολογικά ανοίγματα και τις ανταλλαγές απόψεων που του προσφέρονται.

Η Kωνστάνς Δημά γνωρίζει πολύ καλά ότι μια επιστολή, όποια μορφή κι αν έχει, «εκφράζει πολύ καλύτερα μια λέξη, ένα βλέμμα ή ακόμα και μια σιωπή» που λέει, δείχνει ή αισθάνεται όπως η ηρωίδα των Επικίνδυνων σχέσεων/ Les liaisons dangereuses (Choderlos de Laclos) κι ότι για αιώνες, η αλληλογραφία υπήρξε ένας έξοχος τρόπος επαφής –στα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ, του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Μυριβήλη και πολλών άλλων, οι βασικοί ήρωες αλληλογραφούν διαρκώς. Ξέρει επιπλέον ότι από τα παλιά χρόνια, οι εραστές δεν είχαν ποτέ το περιθώριο να επικοινωνούν και να εκφράζουν ελεύθερα αισθήματα, απόψεις και καημούς. Αντίθετα, με ένα γραπτό μήνυμα ακόμα και με τη μορφή ενός μπιλιέτου ή με ένα ραβασάκι, ξεπερνιόταν η απουσία του αγαπημένου προσώπου, και μπορούσε να μετατραπεί σε δυναμική φανταστική παρουσία που διατηρούσε φλογερά αισθήματα αγάπης ή μίσους ακόμα. Κι αυτό γιατί συχνά οι ερωτικές επιστολές κρύβουν μια υπέρμετρη ελπίδα, με μύχια συναισθήματα και υπόγειες προσδοκίες μακριά από το βλέμμα τρίτων προσώπων. Μόνον που αυτή η ελπίδα δε έχει πάντα αίσιο τέλος, οπότε μετά την τόσο αναμενόμενη φυσική συνάντηση των προσώπων, έρχεται πολλές φορές η απογοήτευση και το μοναδικό εμφανίζεται ως κοινότοπο, το αυθόρμητο μετατρέπεται πλεκτάνη, το συγκινησιακό προβάλλει ως γελοίο, η αποστασιοποίηση του ενός επιβάλλει τη σιωπή του άλλου, ο πόνος γίνεται δυσβάσταχτος και η ψυχή γαληνεύει στη μοναξιά. Επίσης, με την ανταλλαγή επιστολών αναπτύσσονται επιχειρήματα, αλλά εκφράζονται και συναισθήματα, κυρίως όταν τα γεγονότα που απαρτίζουν την πλοκή είναι λιγότερο σημαντικά από τις συγκινήσεις, επειδή οι συγκινήσεις αποτελούν από μόνες τους καταστάσεις και οι χαρακτήρες είναι δραματικοί, φωνές ανθρώπινες που μορφοποιούν τη κάθε ύπαρξη μέσα από το καθρέφτισμα της στη γραφή.

Αυτήν την κατάληξη έχουν και οι δυο διανοούμενοι ήρωες του μυθιστορήματος της Κωνστάνς Δημά, που σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ζωής τους γνωρίστηκαν στα πλαίσια μιας ποιητικής συνάντησης, πίστεψαν ότι ο προβληματισμός τους για τη γραφή ήταν ένα θετικό βήμα που θα τους έδινε την ευκαιρία για μια πληρέστερη γνωριμία. Όμως, με το πέρασμα του χρόνου νιώθουν μια περίεργη αίσθηση η οποία αφήνει ένα μόνιμο κενό μέσα τους. Η ενασχόληση με την τέχνη τους δίνει τη δυνατότητα να μεταπλάθουν τη μορφή σε περιεχόμενο και την ύλη από μια κατάσταση σε μια άλλη, κι έτσι καλλιεργείται μέσα τους η αυταπάτη ότι μπορεί να λυτρωθούν, να ευτυχήσουν, στην ουσία όμως ζουν ένα «παρεξηγημένο» είδος ελευθερίας. Κυρίως η Δανάη, την οποία εκμεταλλεύεται ο Λυσιέν, αφού πίσω από τον πλατωνικό έρωτα στην αρχή και την εκδήλωση ηδονισμού του στην συνέχεια, βρίσκει μια ευκαιρία ώστε να αναλάβει εκείνη τη μετάφραση των έργων του στα ελληνικά και να γίνει γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, παραβλέποντας εντελώς τις δικές της συναισθηματικές καταθέσεις και ανασφάλειες. Κι έρχεται η σύγκρουση που γεννά την απομόνωση και τη μελαγχολία. Από τη μια δηλαδή, έχουμε τον ηδονισμό του Λυσιέν που ποντάρει στο πλεονέκτημα ότι μπορεί να λειτουργήσει αυτόματα και χωρίς να ρισκάρει τίποτα, στηριζόμενος στη «βολεμένη» του ζωή κι επικαλούμενος την ικανοποίηση των ενστίκτων του, κοινώς «παίζει» εκ του ασφαλούς. Από την άλλη, έχουμε τον έρωτα της Δανάης, που φλερτάρει, αγαπά και τελικά δέχεται την όποια θυσία, αλλά όχι και την κοροϊδία ή τον εξευτελισμό. Αυτή η σύγκρουση θα την γεμίσει αγωνία και θλίψη, θα την οδηγήσει στην απόλυτη μοναξιά, η οποία θα εκφραστεί με την τελική σιωπή που προκύπτει και πηγάζει από έντονο ψυχικό πόνο, από μια βαθιά συντριβή, θλίψη και απογοήτευση.

Ο λόγος της Κωνστάνς Δημά εντάσσεται λοιπόν στη γραφή των περήφανων εκείνων γυναικών που διακριτικά ακροβατούν ανάμεσα σ’ αυτό που λέγεται και σ’ αυτό που πρέπει να ειπωθεί, που χαράζουν τα όρια της καθημερινότητας βιώνοντας ήρεμα την πνευματικότητά τους, βγάζοντας όμως κατά περίσταση μια εσωτερική κραυγή πόνου, αφού εμπνεύσουν και χαρίσουν στον λόγο των ποιητών τη μυστική τους γοητεία. Η γραφή της Κωνστάνς Δημά αναδεικνύει ενδόμυχες σκέψεις, παραδίδεται χωρίς αντιστάσεις στο συμβολικό, αλλά την ίδια στιγμή διεκδικεί τη δικαίωση της φύσης της, χωρίς να απαιτεί δάφνινο στεφάνι. Με τον τρόπο αυτόν η γραφή αποκτά δύναμη, ξεφεύγει από τον συμβολισμό, συναντά τη δημιουργό της μυθιστορίας όπου λέξεις;, εικόνες, γεγονότα, συμπεριφορές και χαρακτήρες, έρχονται σε αντίθεση με την αδικία, και διεκδικεί το δικαίωμα να εξιστορήσει το βίωμα της νικημένης, μιας ηττημένης που φωτίζεται από τη λάμψη της δικαίωσης. Κι αυτή είναι η μοναδική ειρωνική κατάθεση πίκρας που εκφράζεται στο τέλος του μυθιστορήματος, αναζητώντας τη «λύτρωση» της ηρωίδας μεσ’ το κυανόχρωμα που ηρεμεί και τη μοναξιά που επουλώνει τη θλίψη.

Alexandra Dimou

Ραδιοτηλεόραση

30.12.1995 – 05.01.1996

Ποίηση αυτή η συνεχής ελπίδα

Τρεις ποιητικές συλλογές έχει εκδώσει μέχρι σήμερα η Ελληνίδα της διασποράς Κωνστάνς Δημά, ψευδώνυμο της Κωνσταντίνας Καραδήμου, που από το 82 ζει στη χώρα μας και εργάζεται ως καθηγήτρια ξένων γλωσσών.

Το 1990 τύπωσε την ποιητική συλλογή «Ιmo pectore» (lat.) –από τα βάθη της ψυχής – το 1993 τις «Αποχρώσεις των ονείρων» και το 1995 τη συλλογή «Σκιά και φως».

Η θεαματική της, βαθιά ανθρώπινη και φιλοσοφημένη, αγγίζει έντεχνα τις ευαίσθητες χορδές του αναγνώστη, μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει «αδειάσει» τις αξίες του στο βωμό του χρήματος και σε πρόσκαιρες συνδιαλλαγές.

Ας δούμε πώς τοποθετείται η ίδια στο μικρό πρόλογο του πρώτου βιβλίου της.

«Η ποίηση είναι για μένα μια συνεχής οδύνη αλλά και μια συνεχής ελπίδα. Θα ‘θελα ν’ αγγίξει εκείνου που στα βάθη της ψυχής τους κάνουν ακόμα όνειρα» Ίσως δε λέω τίποτα καινούριο, ίσως όλα ειπώθηκαν και θα ειπωθούν ξανά. Ο τρόπος, όμως, είναι διαφορετικός».

Ίσως αυτή η διαφορετικότητα να είναι σωτήρια, ακριβώς επειδή μας δείχνει σε πολλά πράγματα μια άλλη ατραπό πέραν της πεπατημένης.

«Βλέπω και κάμποσους με απορημένα μάτια

να κοιτάνε τον κόσμο μας.

Συχνά μέσα στον παγωμένο αέρα περπάτησαν

μα υπηρέτες κανενός δεν έγιναν.

Μαζί τους

εξακολουθώ να κάνω όνειρα

κι αρνούμαι

να φθαρώ μες στην ακινησία».

Δείγμα γραφής απ’ το «Αυτοδιάθεση μέσα στην κίνηση».

Thanasis Mousopoulos

Εμπρός

12.07.1995

Κωνστάνς Δημά

“Από τα βάθη της ψυχής στη σκιά και στο φως”

Από το 1987 ζει στην Ξάνθη και εργάζεται ως καθηγήτρια γαλλικών η Κωνστάνς Δημά, που τις μέρες αυτές κυκλοφόρησε η τρίτη ποιητική της συλλογή.

Γεννηθηκε στο Γράμμο Καστοριάς, πέρασε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στην Τσεχοσλοβακία, σπούδασε λειτουργία και οργάνωση Τουρισμού, γαλλική και βουλγαρική φιλολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές της με μεταπτυχιακά στη διδασκαλία ξένων γλωσσών στη Σόφια και στις Σέβρες. Εργάστηκε ως ξεναγός, μεταφράστρια, διερμηνέος σε πολλές χώρες, ενώ τα τελευταία είκοσι χρόνια εργάζεται ως καθηγήτρια ξένων γλωσσών. Μιλά τσέχικα, γαλλικά, βουλγαρικά, ρωσικά, αγγλικά και γερμανικά.

Το 1979 πήρε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό νέων επιστημόνων στη Σόφια με εργασία της πάνω στη συγκριτική γλωσσολογία.

Με την ποίηση ασχολείται από τα φοιτητικά της χρόνια, δημοσιεύοντας σε διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η πρώτη ποιητική συλλογή “Ιmο Pectore”; (δηλ. Από τα βάθη της ψυχής), κυκλοφόρησε στην Ξάνθη το 1990, περιέχει ποιήματα 1988 – 1990 (47 σελίδες).

Η ίδια η Κωνστάνς Δημά, προλογίζοντας την ποιητική της συλλογή, παρατηρεί:

Δεν είμαι ποιήτρια. Τα ποιήματά μου βγήκαν αυθόρμητα, είναι έκρηξη της στιγμής. Η ποίηση για μένα είναι μια συνεχής οδύνη, αλλά και μια συνεχής ελπίδα, όπως κάθε έρωτας”.

Ο έρωτας, σαν παρουσία και κυρίως σαν απουσία ή ανάμνηση, κυριαρχεί:

Με κοίταξες σιωπηλά κι έφυγες.

Εμεινε η φλόγα του ονείρου

η σιωπή στο βλέμμα σου και

η κραυγή της μοναξιάς μου”.

Η πίκρα της ζωής σταλαγμένη στιγματίζει την ποίησή της, ωριμασμένη:

Διδάχτηκα από πολύ νωρίς το δάκρυ αλμυρό να καταπίνω και να χαμογελώ”.

Ο διάλογος με τον “άλλο”, κύρια ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα με διαιτητή την “ελευθερία”, κορυφαίο θέμα της ποίησης.

Η αγάπη είν’ το κάλεσμα στη ζωή. Όταν πάψεις ν’ αγαπάς είσαι ήδη νεκρή”.

Η δεύτερη ποιητική συλλογή. “Αποχρώσεις των ονείρων” (ποιήματα 1990-92), κυκλοφόρησε στην Ξάνθη, το 1993. Η συλλογή ξεκινά με ένα εξαίσιο ποίημα του Αγγέλου Παπαδημητρίου:

Απερίγραπτα τα μονοπάτια

που οι καρδιές μας περιδιαβαίνουν

…και

και συνεχίζει η Κωνστάνς με το τρίστιχο:

Δεν ψάχνω την κοινή αποδοχή.

Ψάχνω την αποδοχή του εαυτού μου

μες απ’ τη ροή των ονείρων μου“.

Η θεματολογία της συλλογής είναι παρεμφερής με της πρώτης, εισχωρεί όμως ο κοινωνικός χώρος περισσότερο.

Στην πατρίδα μου εκπατρισμένη σε μια εποχή “ήρεμη”.

Η φιλοσοφική, καλύτερη βιοσοφική, διάθεση εμμένει:

Η μεγαλύτερη δοκιμασία της ζωής η αρμονία του σώματος με την ψυχή”.

Η επαφή της Κωνστάνς με τους νέους και το εκπαιδευτικό σύστημα την ευαισθητοποιούν:

Είχε για όραμα να γίνει Προμηθέας

Δεν ήλπιζε στον ομαδικό θάνατο της ψυχής

της γενιάς των κομπιούτερ”;.

Και στο ποίημα “Παιδεία χωρίς νόημα” δύο στίχοι ουσίας ποιητικής:

Δε μάθανε ν’ αντλούν δύναμη

απ’ το πηγάδι των ονείρων”.

Η τρίτη συλλογή της που μόλις κυκλοφόρησε “Σκιά και φώς”, ποιήματα 1993-95, είναι Ελληνο-γαλλική έκδοση, όλα είναι γραμμένα και ελληνικά και γαλλικά. Πολύ φροντισμένη έκδοση, όπως και οι δύο προηγούμενες άλλωστε, με σεβασμό στο σώμα της ποίησης. Ωριμη η ποίηση της τρίτης συλλογής:

Μπρος στην αγάπη του κόσμου

με προοπτική έναν απέραντο ουρανό

προσπάθησα να ντύσω τη χαρά μου

με λέξεις.

Μα όσες έβρισκα

ηχούσαν τόσο οδυνηρά

καθώς ένιωθα κάτω από τα δάχτυλά μου

τον τρόμο του γκρεμού”.

Αριστούργημα το ποίημα “SOS” στη Νάντια Μόσχεν. Η αγάπη με την ωριμότητα:

Η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που έχω

και σ’ αυτό που λαχταρώ

ένα τεράστιο αίσθημα απομόνωσης”.

Η Κωνστάνς Δημά με την τελευταία ποιητική συλλογή της πέρασε σε υψηλά σκαλοπάτια ποίησης. Δεν δικαιούται πια να λέγει: “Δεν είμαι ποιήτρια”.

Αλεξάνδρα Δήμου

Ραδιοτηλεόραση

08.01.2000

Οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος

Η συγγραφέας Κωνστάνς Δημά ανήκει στη γενιά που γαλουχήθηκε στις (πρώην) σοσιαλιστικές χώρες όπου βρήκαν καταφύγιο δεκάδες χιλιάδες Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες. Γεννήθηκε στα σύνορα την ώρα που η μητέρα της ετοιμαζόταν να περάσει στο αλβανικό έδαφος … Μετά από ταλαιπωρίες, κάποια από αυτά τα παιδιά – ανάμεσά τους πολλά ορφανά – κατέληξαν στην Τσεχοσλοβακία όπου το νεοσύστατο (τότε) κράτος ετοίμασε ένα πρόγραμμα διαβίωσης και εκπαίδευσης τους. Έτσι, τα ανάκτορα της Πάλαι ποτέ αριστοκρατίας μετετράπησαν σε παιδικούς σταθμούς στη Βοημία, τη Σιλεσία, τη Μοραβία. Σ’ αυτά μεγάλωσε και η Κωνστάνς Δημά, θρεμμένη από τους μύθους της αρχαίας Ελλάδας και την αγάπη για την άγνωστη πατρίδα.

Η ζωή της μια μυθιστορία που κυκλοφόρησε από την Εστία, στη σειρά «Μαρτυρίες», σελίδες 205. Η αφήγηση είχε ίσως σκοπό να εξορκίσει τους δαίμονές της από το παρελθόν. Και το πέτυχε. Μέσα από τα βιώματά της φωτογραφίζεται μοναδικά η καθημερινότητα ετούτων των «προσφυγόπουλων – πριγκιπόπουλων» που έχουν μια οικουμενικότητα.

Η τραγωδία τους φέρνει στο νου το γνωμικό από τη Μήδεια του Ευριπίδη «Και τι φταίμε τα παιδιά για τις αμαρτίες των πατέρων μας;» Εννοώντας στην προκειμένη περίπτωση όλους τους «μεγάλους» που προκάλεσαν τον καταστρεπτικό εμφύλιο.

Επίσης δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η μοίρα επιφύλαξε στην ηρωίδα – συγγραφέα μια ζωή περιπλανήσεις. Στην εφηβεία έρχονται τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, ακολουθούν οι ανώτερες σπουδές και τα επαγγελματικά ταξίδια, μ’ ένα διαβατήριο «χωρίς εθνική ταυτότητα». Πολύγλωσση και πολυτάλαντη θα ζήσει στη Γερμανία, τη Γαλλία του 1968, την πρώην Σοβιετική Ένωση και τη Βουλγαρία όπου θα δημιουργήσει οικογένεια και θα ολοκληρώσει τα μεταπτυχιακά της.

Ο νόστος όμως για την Ελλάδα είναι βασανιστικός. Ο κύκλος των μεταμορφώσεων, μέσα από το μύθο της Δήμητρας και Περσεφόνης (μητέρας και κόρης) ολοκληρώνεται με τον ερχομό της εδώ όπου εγκαθίσταται με τις δυο κόρες της και εργάζεται ως καθηγήτρια Γαλλικών.

Μόνο που θα χρειαστεί να τρέξει στις αρμόδιες υπηρεσίες για να αποδείξει την εθνική της ταυτότητα την οποία ξαφνικά αμφισβητούν, με το πρόσχημα μήπως η μητέρα της, κατά τη διάρκεια της γέννας είχε πατήσει το ένα πόδι της στην Αλβανία. Κι ας ήταν μόνο το «μετέωρο» βήμα μιας ταλαιπωρημένης εγκυμονούσης που σύντομα έφυγε και από τη ζωή. Αναμφισβήτητα οι «μικροί πρίγκιπες» πλήρωσαν για όλους τους μεγάλους, χάνοντας για πάντα την αθωότητά τους.

Είναι προς τιμήν της συγγραφέως που αφηγείται με ειλικρίνεια τις σχέσεις στο οικογενειακό περιβάλλον και τον κοινωνικό περίγυρο. Δεν ωραιοποιεί τα πρόσωπα μηδέ τις καταστάσεις εκείνης της εποχής που στάθηκε η μελανότερη στον αιώνα μας για τον τόπο μαζί με τη Μικρασιάτικη καταστροφή. …

Με το πρώτο πεζογραφικό της έργο η Κωνστάσνς Δημά – γνωστή από τις ποιητικές συλλογές της – κατακτά το αναγνωστικό κοινό. Με στρωτή γραφή, ζωντανές περιγραφές και αρχαιοελληνικούς συμβολισμούς, επαναλαμβάνει σαν σε ψίθυρο το μήνυμα της ειρήνης και του ελεύθερου πνεύματος. Ελληνίδα – όσο λίγες τιμά τα Γράμματά μας με την πολυμάθεια και την κλασσική παιδεία.

1 2