Γιώργος Φρέρης

Μανδραγόρας, τεύχος 54

Απρίλιος 2016

 

ΚΩΝΣΤΑΝΣ ΔΗΜΑ

Το κυανόχρωμα της μοναξιάς

Θεσσαλονίκη, Σαιξπηρικόν, 2015, σελ.142

Η Κωνστάνς Δημά είναι μια πνευματική δημιουργός, που δεν αρκείται στην ποίηση μόνο ή στον πεζό λόγο, ούτε γράφει αποκλειστικά σε μία και μόνο γλώσσα, αλλά γνωρίζοντας πέντε ξένες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, ρώσικα, βουλγάρικα και τσέχικα), εκφράζεται απευθείας στη γλώσσα του Άλλου, ασχολούμενη με πολλά είδη λόγου. Ανήκει μ’ αυτόν τον τρόπο στις «σύγχρονες συνειδήσεις» που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός νέου ευρωπαϊκού πνεύματος, στη διάπλαση μιας νέας κι ευρείας αντίληψης της συγκατοίκησης, όπου οι πολιτισμικές διαφορές αντί να διαιρούν ενώνουν, αντί να περιχαρακώνουν τα άτομα ή τα έθνη τα γεφυρώνουν, αντί να επιβάλουν τον μονόλογο του αυταρχισμού συμβάλλουν στον εμπλουτισμό και στην ανανέωση παραδοσιακών δεδομένων.

Με το μυθιστόρημα της, Το κυανόχρωμα της μοναξιάς, δημοσιευμένο από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν», που είναι η ελληνική απόδοση από την ίδια την συγγραφέα, του αντίστοιχου πρωτοδημοσιευμένου μυθιστορήματος στα γαλλικά, το 2011, με τον τίτλο La solitude a la couleur de lazur, η Κωνστάνς Δημά προσφέρει στο ελληνικό κοινό μια πρωτότυπη μυθιστορηματική αφήγηση και επιπλέον μια αυτομετάφραση, δηλαδή ένα λογοτεχνικό κείμενο όπου η δημιουργός δεν αποβλέπει τόσο στην πολιτιστική διαφορά που χωρίζει τον αναγνώστη από τον συγγραφέα, όσο στο να συνειδητοποιεί ο αναγνώστης, μέσω της ίδιας πλέον «συγγραφικής γλώσσας» που μεταφέρει ένα αλλότριο νόημα, την ισορροπία που επιχειρείται να εδραιωθεί ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους πολιτισμούς.

Το κυανόχρωμα της μοναξιάς είναι ένα σύγχρονο, μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, ως προς τη σύλληψη και τη μορφή, όπου η διήγηση στηρίζεται σε δυο πρωταγωνιστές που ανταλλάσσουν επιστολές, στο γάλλο ποιητή, Λυσιέν και στην ελληνίδα καθηγήτρια γαλλικής στη Μέση Εκπαίδευση, τη Δανάη, που είναι ταυτόχρονα ποιήτρια και μεταφράστρια. Στην αρχή η αλληλογραφία τους γίνεται με την ανταλλαγή επιστολών και καθώς με τα χρόνια εξελίσσεται η τεχνολογία, επικοινωνούν κι ανταλλάσσουν μεταξύ τους ηλεκτρονικά μηνύματα. Αν και η όλη διαδικασία της αλληλογραφίας, παρουσιάζεται από την πλευρά της Δανάης, η σύντομη εισαγωγή για τις επιστολές που έλαβε για τον Λυσιέν περιορίζεται στο να εξηγήσει στον αναγνώστη πώς ξεκίνησε η σχέση τους, αρχικά ως πνευματική και στη συνέχεια ως ερωτική, πώς ευδοκίμησε και πώς εξελίχθηκε τελικά, παρεμβαίνοντας ελάχιστα η ίδια ως αφηγήτρια. Αρκείται στο να αναφέρει α διάφορα στάδια που γνώρισε η φιλία-σχέση τους, αφήνοντας στον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από την επιστολογραφία των δύο πρωταγωνιστών.

Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, μετά την σύντομη περιγραφή των συνθηκών γνωριμίας τους, έχουμε τριάντα τρεις επιστολές του Λυσιέν προς τη Δανάη, και καμιά επιστολή της Ελληνίδας προς τον Γάλλο ποιητή, γιατί υποτίθεται ότι η Δανάη δεν κρατούσε αντίγραφο, ενδεχομένως γιατί ποτέ δεν φαντάστηκε ότι ο ιδιαίτερα καλλιεργημένος αυτός άνθρωπος, που την «προέτρεψε» να τον αγαπήσει, θα την πρόδιδε τελικά, αγνώμων και εγωιστικά περιχαρακωμένος στη φύση του. Αυτή, από την πλευρά της, διαισθανόταν προς το τέλος της σχέσης τους ότι «η αρμονία, γέννημα της ένωσης αγάπης-μίσους, αγρυπνούσε δίπλα της» (σ. 134). Κατά συνέπεια, η αφηγήτρια εξιστορεί μονοφωνικά, έχοντας ένα διπλό πλεονέκτημα καθώς δεν επιβάλει δομικούς περιορισμούς και προσκομίζει στον αναγνώστη τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της σχετικά με τις αντιλήψεις του αποστολέα. Στην προκειμένη περίπτωση διαβάζουμε τις επιστολές του Λυσιέν από τις 3/1/1997 μέχρι και τις 17/5/1999, και διαμορφώνουμε άποψη για τη στάση του, η οποία μέσω των αποκαλυπτικών στοιχείων προκύπτει πως η συμπεριφορά του ήταν ανάρμοστη κι εκτίθεται ανεπανόρθωτα. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος, από τις 6/10/2004 έως και τις 8/01/2006, όπου ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι έχει έρθει η ρήξη στο δεσμό τους, με την ανταλλαγή δεκαέξι ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

Η Κωνστάνς Δημά επιχειρεί λοιπόν με αυτό το μυθιστόρημα, χωρίς μελοδραματισμούς, να καταγράψει απόψεις, να διηγηθεί έναν έρωτα τυχαίο, σχεδόν απρόσμενο, μεταξύ δυο ανθρώπων των γραμμάτων που δεν ευτύχησε και παραμένοντας στα πλαίσια μιας απλής φιλίας, η γυναίκα γίνεται θύμα μιας περίεργης διανοητικής πλεκτάνης εκ μέρους του άντρα, ο οποίος διεκδικεί την ελευθερία στην προσωπική του ζωή αλλά και μια αδέσμευτη σεξουαλική συμπεριφορά. Αντίθετα η γυναίκα, αποβλέπει σε μια σταθερή σχέση και επιμένει στην ειλικρίνεια των αισθημάτων της. Με τρόπο έξυπνο, η συγγραφέας περνά από την κλασική αλληλογραφία στη σύγχρονη ηλεκτρονική μορφή επικοινωνίας και ανάγει το προσωπικό στο γενικό και κοινωνικό, μεσ’ από μια γραφή άμεση και προπάντων ειλικρινή.

Η τεχνική αυτή αντανακλά τη δυναμική λειτουργία ης επιστολής, αφού ένα γράμμα μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία φαντασίας και μια λιτή ανάλυση των γεγονότων με ανάλογο τρόπο, ένα φανταστικό γράμμα μπορεί να εναλλάσσει τον αφηγηματικό και τον ηθοπλαστικό λόγο, βάσει της αρχής ότι η λογοτεχνία θα πρέπει συγχρόνως να διαπαιδαγωγεί, να ψυχαγωγεί και να συγκινεί. Επιπλέον, αλληλογραφώντας, ο ήρωας των επιστολικών μυθιστορημάτων αποκομίζει εμπειρίες, διότι η αλληλογραφία αναπτύσσει διαπροσωπικές σχέσεις και ευνοεί την ανάλυση ψυχικών καταστάσεων διαφορετικών χαρακτήρων. Η κατ’ ανάγκη στατική θέση του αλληλογράφου εμπλουτίζεται από τα ψυχολογικά ανοίγματα και τις ανταλλαγές απόψεων που του προσφέρονται.

Η Kωνστάνς Δημά γνωρίζει πολύ καλά ότι μια επιστολή, όποια μορφή κι αν έχει, «εκφράζει πολύ καλύτερα μια λέξη, ένα βλέμμα ή ακόμα και μια σιωπή» που λέει, δείχνει ή αισθάνεται όπως η ηρωίδα των Επικίνδυνων σχέσεων/ Les liaisons dangereuses (Choderlos de Laclos) κι ότι για αιώνες, η αλληλογραφία υπήρξε ένας έξοχος τρόπος επαφής –στα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ, του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Μυριβήλη και πολλών άλλων, οι βασικοί ήρωες αλληλογραφούν διαρκώς. Ξέρει επιπλέον ότι από τα παλιά χρόνια, οι εραστές δεν είχαν ποτέ το περιθώριο να επικοινωνούν και να εκφράζουν ελεύθερα αισθήματα, απόψεις και καημούς. Αντίθετα, με ένα γραπτό μήνυμα ακόμα και με τη μορφή ενός μπιλιέτου ή με ένα ραβασάκι, ξεπερνιόταν η απουσία του αγαπημένου προσώπου, και μπορούσε να μετατραπεί σε δυναμική φανταστική παρουσία που διατηρούσε φλογερά αισθήματα αγάπης ή μίσους ακόμα. Κι αυτό γιατί συχνά οι ερωτικές επιστολές κρύβουν μια υπέρμετρη ελπίδα, με μύχια συναισθήματα και υπόγειες προσδοκίες μακριά από το βλέμμα τρίτων προσώπων. Μόνον που αυτή η ελπίδα δε έχει πάντα αίσιο τέλος, οπότε μετά την τόσο αναμενόμενη φυσική συνάντηση των προσώπων, έρχεται πολλές φορές η απογοήτευση και το μοναδικό εμφανίζεται ως κοινότοπο, το αυθόρμητο μετατρέπεται πλεκτάνη, το συγκινησιακό προβάλλει ως γελοίο, η αποστασιοποίηση του ενός επιβάλλει τη σιωπή του άλλου, ο πόνος γίνεται δυσβάσταχτος και η ψυχή γαληνεύει στη μοναξιά. Επίσης, με την ανταλλαγή επιστολών αναπτύσσονται επιχειρήματα, αλλά εκφράζονται και συναισθήματα, κυρίως όταν τα γεγονότα που απαρτίζουν την πλοκή είναι λιγότερο σημαντικά από τις συγκινήσεις, επειδή οι συγκινήσεις αποτελούν από μόνες τους καταστάσεις και οι χαρακτήρες είναι δραματικοί, φωνές ανθρώπινες που μορφοποιούν τη κάθε ύπαρξη μέσα από το καθρέφτισμα της στη γραφή.

Αυτήν την κατάληξη έχουν και οι δυο διανοούμενοι ήρωες του μυθιστορήματος της Κωνστάνς Δημά, που σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ζωής τους γνωρίστηκαν στα πλαίσια μιας ποιητικής συνάντησης, πίστεψαν ότι ο προβληματισμός τους για τη γραφή ήταν ένα θετικό βήμα που θα τους έδινε την ευκαιρία για μια πληρέστερη γνωριμία. Όμως, με το πέρασμα του χρόνου νιώθουν μια περίεργη αίσθηση η οποία αφήνει ένα μόνιμο κενό μέσα τους. Η ενασχόληση με την τέχνη τους δίνει τη δυνατότητα να μεταπλάθουν τη μορφή σε περιεχόμενο και την ύλη από μια κατάσταση σε μια άλλη, κι έτσι καλλιεργείται μέσα τους η αυταπάτη ότι μπορεί να λυτρωθούν, να ευτυχήσουν, στην ουσία όμως ζουν ένα «παρεξηγημένο» είδος ελευθερίας. Κυρίως η Δανάη, την οποία εκμεταλλεύεται ο Λυσιέν, αφού πίσω από τον πλατωνικό έρωτα στην αρχή και την εκδήλωση ηδονισμού του στην συνέχεια, βρίσκει μια ευκαιρία ώστε να αναλάβει εκείνη τη μετάφραση των έργων του στα ελληνικά και να γίνει γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, παραβλέποντας εντελώς τις δικές της συναισθηματικές καταθέσεις και ανασφάλειες. Κι έρχεται η σύγκρουση που γεννά την απομόνωση και τη μελαγχολία. Από τη μια δηλαδή, έχουμε τον ηδονισμό του Λυσιέν που ποντάρει στο πλεονέκτημα ότι μπορεί να λειτουργήσει αυτόματα και χωρίς να ρισκάρει τίποτα, στηριζόμενος στη «βολεμένη» του ζωή κι επικαλούμενος την ικανοποίηση των ενστίκτων του, κοινώς «παίζει» εκ του ασφαλούς. Από την άλλη, έχουμε τον έρωτα της Δανάης, που φλερτάρει, αγαπά και τελικά δέχεται την όποια θυσία, αλλά όχι και την κοροϊδία ή τον εξευτελισμό. Αυτή η σύγκρουση θα την γεμίσει αγωνία και θλίψη, θα την οδηγήσει στην απόλυτη μοναξιά, η οποία θα εκφραστεί με την τελική σιωπή που προκύπτει και πηγάζει από έντονο ψυχικό πόνο, από μια βαθιά συντριβή, θλίψη και απογοήτευση.

Ο λόγος της Κωνστάνς Δημά εντάσσεται λοιπόν στη γραφή των περήφανων εκείνων γυναικών που διακριτικά ακροβατούν ανάμεσα σ’ αυτό που λέγεται και σ’ αυτό που πρέπει να ειπωθεί, που χαράζουν τα όρια της καθημερινότητας βιώνοντας ήρεμα την πνευματικότητά τους, βγάζοντας όμως κατά περίσταση μια εσωτερική κραυγή πόνου, αφού εμπνεύσουν και χαρίσουν στον λόγο των ποιητών τη μυστική τους γοητεία. Η γραφή της Κωνστάνς Δημά αναδεικνύει ενδόμυχες σκέψεις, παραδίδεται χωρίς αντιστάσεις στο συμβολικό, αλλά την ίδια στιγμή διεκδικεί τη δικαίωση της φύσης της, χωρίς να απαιτεί δάφνινο στεφάνι. Με τον τρόπο αυτόν η γραφή αποκτά δύναμη, ξεφεύγει από τον συμβολισμό, συναντά τη δημιουργό της μυθιστορίας όπου λέξεις;, εικόνες, γεγονότα, συμπεριφορές και χαρακτήρες, έρχονται σε αντίθεση με την αδικία, και διεκδικεί το δικαίωμα να εξιστορήσει το βίωμα της νικημένης, μιας ηττημένης που φωτίζεται από τη λάμψη της δικαίωσης. Κι αυτή είναι η μοναδική ειρωνική κατάθεση πίκρας που εκφράζεται στο τέλος του μυθιστορήματος, αναζητώντας τη «λύτρωση» της ηρωίδας μεσ’ το κυανόχρωμα που ηρεμεί και τη μοναξιά που επουλώνει τη θλίψη.