Μαριάνα Αλεξάντροβα

в. „Словото днес”.

брой 7 /658/, 3 март 2011

ОТ ПАРТЕНОНА ДО FLAGEY* И НАГОРЕ

[…]

През 2008г. в Атина излезе електронното издание на поетична книга Asphyxie /на четири езика: гръцки, френски, чешки и български/, продукция на cd-rom Василис Думанис, озвучаване Гиоргис Христодулу. Илюстрацията на диска, фотосите и музиката, написана специално по стиховете на Констанс Дима, въвеждат в дълбокия интимен свят на поетесата. С линкове се отварят страниците посвещение, мото, биографични бележки, публикации, илюстрации, благодарствени думи и стихотворенията в следния ред: оригиналното /на гръцки или френски/, съответно преводите на втория от тях, на чешки и на български език.

Накъсано модерно поетично слово в синхрон с неспокойния дух на лирическата жена. Често без пунктуация, сякаш току-що го е издишала. Интересна житейска философия, концентрирана в оригинална образност. Чувствата се мятат скокообразно между отчаянието, породено от земната обреченост, и възторга от космическата свобода. Обсебена от синьото в две мъжки очи, изгубила сили пред своя носталгичен копнеж, обезверена пред питащия поглед на дъщерята, тя често е на кръстопът.

Всеки път когато сме на кръстопът

пияни от дъха ни кръстосан

ставаме кървящо кълбо от болка

/”Кръстопът”/

Зад думите й наднича ужасът на бездната, но и небесното избавление. Непреодолима изолираност на ръба на душата. Една залутана скиталка, засята между четири вятъра.

каквото изгасна вече не съществува

номада на земята

навсякъде отсъстваща никъде присъстваща

/”Равновесие”/

Така, между светлината и сянката, между небето и земята – „твърде много задръстени пътища, твърде много потиснати чувства”. Лирическата жена се задушава от невидимата мрежа, сътворена от „тъкачката на Съдбата” и се дави в пустотата наоколо. Всяка сутрин заспива върху кръстословицата на живота, а „зората трае твърде кратко”.

С отворени сетива

виждам страхливите

да захвърлят надеждата

убийците

да тъпчат раните й

хамелеоните

да се пазарят за кръвта й

/”Непримиримост”/

Трагизмът на тази поезия идва от осъзнатата темпоралност на човешкия живот, от нарастващата разруха в света около нас: „Напразно се мъча да захвана разговор с пустошта около себе си”. Стиховете пулсират с космична енергия. Тя е необходима, за да може да се понесе бремето на несъвършения ни живот. Само отблясъците на любовното чувство на моменти разпръскват мрака, пропълзял в душите ни, за да видим как слънцето и радостта на възторга, на копнежа също кърви, цялото в рани.

Между агонията и надеждата само силната жена може да изчака нощите да изгризат ноктите на съня и да се прероди в кръвта на лятото. В такива мигове най-силното й желание е да се научи да презира смъртта. И отказва да тлее в бездействие. Първите стъпала на стълбата към мечтите е изкачила отдавна с обувките на приятелката, за да намери себе си в първата си книга. И продължава нагоре. Към философията на равновесието и свободата като въпрос на оптически ъгъл. Философия на човек, преодолял ужаса на самотността, след като дълго е съзерцавал как „времето се премества в ръцете на слънцето”.

Достойният житейски път на поетесата Констанс Дима /Константина Карадиму/, тръгнал от Партенона и преминал през разнолики европейски градове, се завръща в древния храм на Атина Партенос, за да извиси поезията в смисъл на живота й. Поезия разтърсваща и обсебваща. От „пустотата на вечерта на бреговете на Flagey”, до „броеницата на слънцето върху склоновете на Акропола”. От „ручеите от кръв във вените на любовта”, до „свежестта на вглъбението във водите на извора”.

А животът е едно безкрайно чудо, щом копнежът за любов пониква от пепелта след всяко разсъмване…

_________________________

*Езеро на едноименния площад в Брюксел.

Κατερίνα Θεοδωράτου

Messenger 21.3.2016

Το κυανόχρωμα της μοναξιάς

Kαλησπέρα. Μόλις τέλειωσα το κυανόχρωμα. Το διάβασα απνευστί και το βρήκα εξαιρετικό -και δεν φημίζομαι ούτε για το πλεόνασμα του χρόνου ώστε να έχω την πολυτέλεια να διαβάσω κάτι «απνευστί», ούτε για την ιδιαίτερη προτίμηση σε αυτό που λέμε «επιστολικό μυθιστόρημα». Το δικό σας όμως ήταν τόσο αυθεντικό, τόσο διαυγής η πορεία αυτής της σχέσης μέσα από τα διαδοχικά γράμματα, κι ας έλειπε η γυναικεία πλευρά στη φάση της «φυσικής αλληλογραφίας»… Και από πλευράς «καθαρής λογοτεχνίας» ήταν υπέροχο και από ψυχαναλυτικής πλευράς ήταν «μνημείο» αρσενικής και θηλυκής ερωτικής «λειτουργίας»… Και ήταν πολύ ενδιαφέρον -δεν ξέρω και δεν ρωτώ ως πού φτάνει η «αυθεντικότητά» του- το πόση αλήθεια ξέφευγε μέσα από τις προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις του ποιητή, μέσα από τις αποσιωπήσεις του… Το πόσο έξυπνα, αδιόρατα σημάδια προοικονομούσαν την -αναπόδραστη- κατάληξη της σχέσης… Βαθιά, ουσιαστικά γυναικείο, βαθιά αληθινό, βαθιά ανθρώπινο! Ευχαριστώ που το μοιραστήκατε μαζί μου! Εύχομαι να είναι «καλοτάξιδο», γιατί του αξίζει.


Μανδραγόρας

Τεύχος 47 Φθινόπωρο 2012 – Χειμώνας 2013

Constance Dima: ASPHYXIE CD ROM Aθήνα 2008

«… Γεννήθηκε πρόσφυγας. Και ψάχνει. Ακόμα. Στις τρύπες του Κόσμου.

Τη μήτρα του Σύμπαντος»*

Η Constance Dima γεννήθηκε στο Γράμμο το 1948, μεσούντος του Εμφύλιου, ο οποίος και καθόρισε την πορεία της ζωής της, οδηγώντας τη σε αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις στη Βουλγαρία, στην Τσεχία, ξανά στην Ελλάδα, στο Βέλγιο, στη Γαλλία, προτού επαναπατριστεί οριστικά στο Ηράκλειο Κρήτης.

[…]

Η πιο πρόσφατη της ποιητική συλλογή Asphyxie κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και σε μορφή CD-ROM, συνοδευόμενη από μια απολύτως εύστοχη, έξοχα μινιμαλιστική ηχητική και εικαστική επένδυση. Αποτελείται από 29 ποιήματα, γραμμένα σε τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, γαλλικά, τσέχικα και βουλγάρικα. Δύσκολο να πεις σε ποια γλώσσα γεννήθηκε ο αρχικός σπινθήρας για καθένα ποίημα, γιατί όλες φέρουν τη δική τους, ξεχωριστή πρωτοτυπία και το αυθεντικό τους ειδικό βάρος σε κάθε γλώσσα (τουλάχιστο στις δύο, ελληνικά και γαλλικά που είμαι σε θέση να γνωρίζω).

Ολόκληρη η σύνθεση διαποτίζεται από ένα ενιαίο αίσθημα, σαν ηλεκτρική εκκένωση που διαπερνά τα ποιήματα, φωτίζοντας και αναδεικνύοντας την ενότητά τους, γι’ αυτό βρίσκω τον όρο «σύνθεση» πλησιέστερο στην ουσία του έργου από τον όρο «συλλογή». Αυτή η αίσθηση ενισχύεται από το οπτικό μότο της ερμητικά κλειδωμένης θύρας και την ονειρική μουσική του Γιώργη Χριστοδούλου που χρωματίζει το λόγο.

Ωστόσο οι επιμέρους θεματικές διαφοροποιούνται σε ποικίλες κειμενικές και σημειολογικές διακλαδώσεις, διατηρώντας πάντως την εσωτερική τους φορά. Η θεματική της φυγής για παράδειγμα, διατρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη το έργο, σε όλες τις πιθανές εκφάνσεις. Η φυγή ως απόδραση –…Έτρεχα να φτάσω πού…(Το άστρο του Μικρού Πρίγκιπα) – ως αποχαιρετισμός –…της κόρης της τα μάτια αποχαιρετούσε… (Αχ αυτά τα μάτια) – ως προσφυγιά –…ω νομάδα […] σπαρμένη στους τέσσερις ανέμους… (Ισορροπία) …Γεννήθηκε πρόσφυγας… (Ψάχνει ακόμα) ως υπέρβαση του θανάτου –…να φεύγω εσπευσμένα […] να περιφρονώ τον θάνατο… (Τι πας να κάνεις)– ακόμα και ως μετακόμιση –…πάνω απ’ την κλίνη όπου σέρνονταν η μετακόμιση… (Τα μάτια της Μοίρας). Άλλη θεματική σταθερά είναι η οδύνη: Οδύνη της μνήμης, όταν η θύμηση στιγμών θαλπωρής στην παιδική ηλικία, αναμετριέται με ένα παγερό παρόν (Απόσταση) οδύνη του πεπερασμένου όταν –παραφράζοντας την ποιήτρια– η προοπτική ενός απέραντου ουρανού αναμετριέται με τον τρόμο του γκρεμού (Λέξεις) ή όταν η ελπίδα ψυχορραγεί στην άκρη του ματιού (Αγωνία) οδύνη της μοναξιάς ή του αποχωρισμού, ως …απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που έχω και σ’ αυτό που λαχταρώ (Απομόνωση) οδύνη της εκκωφαντικής σιωπής (Σιωπή) η οδύνη ως απουσία (Βρέχει απουσία) ή ως ακινησία και κενό: …Μάταια πασχίζω να πιάσω διάλογο με το κενό γύρω μου… (Η φωνή της Βροχής).

Παράλληλα ανάμεσα στον πόνο και στη φυγή διαφαίνεται, άλλοτε αδιόρατα άλλοτε εκπεφρασμένα, η μεταφυσική αγωνία. Στις Λέξεις προβάλει επιτακτικό το ερώτημα «ουρανός ή χάος;» ενώ στο Τι πας να κάνεις, το αίτημα της αιωνιότητας που αψηφά το θάνατο. Ολόκληρο το έργο αναμετριέται βουβά και υποδόρια με τα όρια: τα όρια της ύπαρξης, τα όρια της οδύνης, τα όρια που θέτει η φυσική φθορά των ανθρώπων και πραγμάτων, η θνητότητα. Δεν υπακούει ωστόσο σε κάποιο είδος ενόρμησης του θανάτου, ούτε αφήνεται σε πεισιθάνατο πεσιμισμό. Αντίθετα, μέσα από το άλγος και το πνιγηρό αδιέξοδο ξεπηδάει με πάθος και ένταση το αίτημα για ζωή, για αυτοεκπλήρωση μέσα από τον έρωτα, την ομορφιά, τη σχέση. Το αίσθημα αυτό φλέγει την ποίηση της Dima, ακόμα και στις πιο απαισιόδοξες στιγμές της.

Η μνήμη, άλλη σημειολογική σταθερά του έργου, άλλοτε γίνεται «βυθός» που σκύβει μέσα του (Αυτοδιάθεση μέσα στην κίνηση), άλλοτε ανασκαλεύει παιδικές θύμησες (Απόσταση), άλλοτε αναδύεται μέσα από το βυθό του παρελθόντος και μετεωρίζεται σε ένα αμφίβολο αλλά ελπιδοφόρο μέλλον, μετουσιωμένη σε ελπίδα και προσμονή: …Πάντα περιμένουμε κάτι να τελειώσει για ν’ αρχίσει επιτέλους αυτό που προσδοκούμε… (Ελπίδα) …Εξακολουθώ να κάνω όνειρα…(Αυτοδιάθεση μέσα στην κίνηση) …Ό, τι έσβησε δεν υπάρχει πια […] Ξημερώνει… (Ισορροπία) …Σε προσμένω μες τα διάφανα όνειρά μου (Σε προσμένω)…Ελπίζει το ανέλπιστο… (Βρέχει απουσία).

Ο ερωτισμός, επίμονα παρών πίσω από κάθε λέξη, συχνά βαραίνει από τη σκιά μιας προδοσίας, και πάντα από ένα παράπονο ανεπίδοτου, που βασανίζει την ψυχή και τις αισθήσεις. Η ερωτική έκσταση στο Αχ αυτά τα μάτια σκιάζεται από τον επικείμενο αποχωρισμό, η φαντασίωση στο Άλυτο σταυρόλεξο διαλύεται μέσα σε σκόρπιες λέξεις και στην πικρή «κατακλείδα του» …ποτέ δεν κατέληξα σ’ ό, τι πραγματικά ποθούσα….», το ξύπνημα των αισθήσεων στην Οπτασία δεν ήτα παρά μια ονείρωξη, ενώ η ερωτική προσμονή στην Απομόνωση απλώς εκτείνει την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που έχω και σ’ αυτό που λαχταρώ». Γενικά, η αρχετυπική σχέση αρσενικού-θηλυκού απασχολεί την ποίηση της Dima, αλλά εμφανίζεται πάντα ως δυνατότητα ή ως επιθυμία που ποτέ δεν πραγματώνεται: είτε λόγω της χαώδους διάστασης μεταξύ αρσενικής και θηλυκής οπτικής των πραγμάτων (Ελευθερία, Ακινησία) γιατί παρεισφρέει στα υποκείμενα η λαίλαπα των άπειρων αντι-κειμένων (Το κάρμα μας) είτε γιατί η πολυπλοκότητα των υποκειμένων εμποδίζει την ένωσή τους (Σταυροδρόμι).

Για το Asphyxie θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο «βιωματική» ή «ενδοσκοπική» ποίηση, ωστόσο, ή ακριβώς γι’ αυτό, τα ποιήματα έχουν βαθύτατα συγκινησιακή απήχηση στον αποδέκτη, με τρόπο ώστε να τα προσλαμβάνει και να τα οικειώνεται άμεσα. Και είναι αυτονόητο ότι η αισθητική συγκίνηση δεν εκπορεύεται από μορφολογικά σχήματα, δεν είναι «καλολογικής» υφής, αλλά κάθε στίχος μοιάζει να είναι «πληρωμένος» με προσωπική εμπειρία και πάθος. Ανεπίδοτες σχέσεις, ανεπίδοτες προσδοκίες, ανεπίδοτος ερωτισμός διατρέχουν σα φρικίασμα τη ραχοκοκαλιά του έργου, δημιουργώντας την αίσθηση της Ασφυξίας που το ονοματίζει αυτό που το λυτρώνει και το μεταρσιώνει, είναι η παλλόμενη λαχτάρα για ζωή, εσαεί παρούσα, ακόμα κι εκεί που έχει σβήσει και η ύστατη ελπίδα. «Ελπίζει το ανέλπιστο», ο στίχος αυτός θα μπορούσε να είναι το μότο του, και ακόμα το μαζί τους εξακολουθώ να κάνω όνειρα…» όταν η ποιήτρια στο Αυτοδιάθεση μέσα στην κίνηση κάνει την προσωπική της «ομολογία πίστεως» στους πονεμένους αυτού του κόσμο, που μένουν να τον κοιτάνε με απορημένα ματιά, […] μα υπηρέτες δεν έγιναν κανενός.

____________

* Ο καταληκτικός στίχος από το πρώτο ποίημα της συλλογής, με τον τίτλο «Ψάχνει ακόμα»

Miss Mia

Critique en ligne… http://hibiscus971.eklablog.com/la-solitude-a-la-couleur-de-l-azur-c-dima-a58187129

Publié : le 23 Octobre 2012 à 04:20

La solitude a la couleur de l’azur

C’est un roman bien particulier que j’ai reçu des éditions Persée. Effectivement nous sommes bien loin de mon style littéraire mais je ne suis pas contre ce genre d’aventure livresque !!

La quatrième de couverture est surprenante et délicate, elle donne un léger aperçu de ce qui m’attend.

Je sens que pour savourer pleinement ma lecture, il va me falloir une maison silencieuse. Toutefois ma lecture sera profonde mais rapide car ce roman comporte à peine 100 pages.

Voici le moment enfin propice à l’ouverture de ce roman.

Il débute par une préface, une introduction à la lecture qui décortique le roman. Personnellement, je trouve que ce passage dévoile trop sur le roman à venir, toutefois à la fin de ma lecture, j’ai eu plaisir à y revenir et comparer mon avis.

Ce roman, se sont des lettres échangées entre un homme et une femme sur plusieurs années.

Une relation qui s’établie, des sentiments qui se développent, des points de vue qui divergent, se regroupent et s’écartent à nouveau.

D’un côté Lucien, beau parleur, poète ayant du mal à percer, approchant la cinquantaine.

Il joue sur ce côté mystérieux, insaisissable, troublant voir inaccessible. Il manie les mots à merveille, il charme tout naturellement.

Danaé me semble beaucoup plus franche, passionnée, entière. Ses deux personnages se rencontrent dans le contexte professionnel. Ayant ressentie une certaine attirance, ils entretiennent une longue correspondance.

L’auteure met en avant le jeu de séduction. Par lettres interposées les mots n’ont pas forcément le même sens pour celui qui les lit et celui qui les écrit.

Ce roman parle de sentiments, de séduction, de la vie. Il est frais, doux, délicat et nous parle des rapports complexes entre les hommes et les femmes.

Je l’avoue, j’avais peur de lire quelque chose de très mou, voir ennuyeux et bien non, bien au contraire ! L’ensemble est au final très poétique, précieux.

J’ai passé un bon moment de lecture à lire un homme conquérant, sur de lui, charmeur voir trompeur mais le tout enrobé de beaucoup de délicatesse et de pudeur.

Lucien trompe sans tromper, il est habile, il garde cette femme près de son cœur sans l’enfermer, il s’engage sans s’engager ….

Au fond c’est un homme habile qui je pense joue avec cette relation longue distance sans vraiment faire attention. La femme elle, comme une grande majorité d’entre nous, est passionnée et n’a pas peur d’avouer ses sentiments. Danaé ne joue pas.

Lucien m’a déçu car bien souvent, après un beau passage, il remet le côté professionnel en avant, le fait que Danaé lui ouvre des portes, traduise ses textes.

J’ai trouvé cela vraiment dommage et typiquement masculin. J’ai parfois eu le sentiment qu’il était tout mielleux dans le but d’amener Danaé à l’aider encore plus…

Cet échange de lettres puis de mails explique cette relation délicate, ce jeu de séduction, il nous montre un peu des hommes et des femmes, qui vraisemblablement ne viennent pas de la même planète ! L’ensemble ne peut que nous faire penser à certaines personnes rencontrées dans notre vie, celles qui peuvent blesser tout en vous offrant des fleurs ….

Un moment de lecture très agréable, une jolie parenthèse, comme une bulle, légère, changeante mais qui quand elle éclate nous pousse à nous frotter les yeux …

Bonne découverte à tous !

Anna Glasgow

Critique en ligne… http://annasbookshelf.wordpress.com/2012/11/19/la-solitude-a-la-couleur-de-lazur-de-constance-dima/

La solitude a la couleur de l’azur

Publié le 19 novembre 2012

Auteur : Constance Dima

Pays : Grèce

Éditions : Persée

Date de parution : 2011

Genre : roman contemporain, lyrisme méta-moderne

Nombre de pages : 92

Mon avis

J’ai découvert cette lecture grâce aux Éditions Persée qui m’ont proposé ce roman. C’est un livre que je découvre, mais aussi un genre et un thème tout à fait inconnus pour moi. Je n’ai vraiment pas l’habitude de lire ce genre d’écrit en général, mais j’ai beaucoup apprécié élargir mon horizon et en apprendre plus sur cette auteur grecque.

Je vais donc commencer par vous présenter l’auteur. Constance Dima est née à Grammos en 1948 dans la région grecque de Kastoria. Elle a passée son enfance et adolescence en Tchécoslovaquie, a ensuite effectué des études dans le tourisme en Bulgarie et a complété ses études par l’apprentissage de la langue française. Elle a principalement travaillé en tant que professeur de français en Grèce et en Bulgarie. Puis elle part vivre en Belgique où elle continue d’enseigner. Depuis 2009, elle vit en Grèce, près de Heraklion en Crète. Elle écrit des romans, poèmes, témoignages et essais en français et en grec, est également traductrice littéraire.

La solitude a la couleur de l’azur est un roman qui m’a d’abord séduit par son titre très poétique. Une lecture qui de prime abord m’a semblé particulière par son thème et son genre dit de « lyrisme méta-moderne » et qui nécessite donc une certaine concentration. Le roman débute sur une préface présentant les personnages et annonçant ce qui va se dérouler dans le livre, il est construit d’une manière très originale et j’ai trouvé que cette annonce m’a aidé à mieux appréhender le texte et à me donner des repères. Nous découvrons un échange de lettres entre un homme et une femme et qui se déroule sur un peu plus d’une année.

Il y a Lucien, un poète de cinquante ans, a la plume tout à fait remarquable malgré sa difficulté à se faire connaître. Il vit en France, est assez sûr de lui et est même comparé à un Don Juan. C’est un personnage d’âge mur qui parle ouvertement d’amour et de ses relations avec le sexe féminin. Danaé elle, est plus dans la retenue. Dès le départ nous n’avons que les messages de Lucien et nous en apprenons sur elle que par l’intermédiaire de ce dernier. Danaé, qui elle vit en Grèce, est plus secrète et semble avoir plus de difficultés à dévoiler ses sentiments. Plus délicate et franche que Lucien, elle ne conçoit pas l’amour de la même façon.

Dans ce roman les deux personnes entretiennent une relation très proche. Cette relation évolue au fil des pages et se dégrade parfois quand les avis divergent. Ils se rendent visitent de temps en temps, en France ou en Grèce et parlent de voyages. Ce n’est qu’à la page 70 que Danaé intervient directement. Elle se lasse un peu de ses échanges avec Lucien et son désir pour lui revient par moment car elle est séduite par sa poésie, mais elle ne supporte pas le comportement de celui-ci sur certains points ce qui va la mener à vouloir cesser tout contact avec lui. Les deux personnages collaborent ensemble car Danaé traduit des poèmes. Lucien m’a justement un peu agacé par moments car je trouvais qu’il jouait trop avec les sentiments de Danaé sans vraiment se rendre compte de ce qu’il faisait. A plusieurs reprises il mentionne le domaine professionnel et le met en avant ce qui casse un peu la relation qu’ils entretiennent.

Certains noms sont empruntés à la mythologie grecque, une touche originale dans un texte qui reste très moderne. Le vocabulaire employé est parfois un peu cru. Le thème principal est celui de l’amour, de la solitude de l’être qui aime. Les textes sont très délicats et je ne me suis pas ennuyée à le lire. J’ai même lu ce livre d’une traite. Même si le thème abordé ne me touche pas spécialement, j’ai trouvé cette lecture plaisante et cela me donne également envie de découvrir d’autres auteurs grecs modernes. Le gros point positif reste pour moi la plume de l’auteur, qui n’est pas accessible à tout le monde, mais reste remarquable.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

http://hdermi.blogspot.gr/2012/12/blog-post_6.html

Κωνστάνς Δημά, Οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος

βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1998, σελ. 205

Thursday, December 6, 2012

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου για τον Steve Jobs είχα γράψει ότι μου αρέσουν οι βιογραφίες. Εδώ να προσθέσω ότι μου αρέσουν γενικά οι βιογραφίες, είτε είναι διασημοτήτων είτε όχι, είτε είναι βιογραφίες που τις έγραψαν άλλοι, όπως αυτή του Steve Jobs, είτε είναι αυτοβιογραφίες, όπως η «Αναφορά στον Γκρέκο» του Νίκου Καζαντζάκη. Όχι μόνο γιατί τις θεωρώ συναρπαστικές αφηγήσεις, αλλά και γιατί δίνουν μαθήματα ζωής. Ακόμη δίνουν την εικόνα μιας εποχής, με ένα τρόπο διαφορετικό από ό,τι το κάνει η επίσημη ιστοριογραφία. Μάλιστα η επίσημη ιστοριογραφία εντάσσει αυτές τις αφηγήσεις στις πηγές της.

Το βιβλίο «Οι μικροί πρίγκιπες του σύμπαντος» της Κωνστάνς Δημά διαθέτει σε πολύ μεγάλο βαθμό και τα τρία χαρακτηριστικά: Είναι συναρπαστικό σαν αυτοβιογραφική αφήγηση, αντλούμε μαθήματα ζωής απ’ αυτό, με πρώτο και καλύτερο ότι δεν πρέπει να λυγίζουμε στις δυσκολίες, και τέλος μας δίνει μια εικόνα εποχής, και συγκεκριμένα της Τσεχοσλοβακίας την εποχή μετά τον δικό μας εμφύλιο, εστιασμένη όμως στα παιδιά των πολιτικών προσφύγων.

Στο δρόμο της προσφυγιάς πολλές οικογένειες χώρισαν. Πολλά παιδιά βρήκαν καταφύγιο στα ανάκτορα των βασιλιάδων, διάσπαρτα στη χώρα, που χρησιμοποιήθηκαν σαν χώροι στέγασης των παιδιών των αγωνιστών του δημοκρατικού στρατού. Τυχερά ήσαν τα παιδιά που οι γονείς τους επέζησαν, και κάποια στιγμή ήλθαν και τα πήραν. Η Δημά βρέθηκε σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Ο πατέρας της (η μητέρα της είχε πεθάνει) ήλθε και πήρε μόνο την μεγαλύτερη αδελφή της. Έχοντας ίσως οικονομικές δυσκολίες θα σκέφτηκε πως η μικρή κόρη του θα είχε ένα καλύτερο μέλλον αν έμενε εκεί.

Δεν είχε κι άδικο. Παρά το συναισθηματικό πρόβλημα της στέρησης της πατρικής παρουσίας, η Δημά έκανε πολύ καλές σπουδές, έμαθε πολλές ξένες γλώσσες, και έκανε μεταπτυχιακά στη διδασκαλία ξένων γλωσσών στη Γαλλία. Εργάσθηκε ως ξεναγός και διερμηνέας, δίδαξε στη μέση εκπαίδευση και σε Πανεπιστήμια, και έχει μεταφράσει ξένους συγγραφείς στα ελληνικά και έλληνες ποιητές στα γαλλικά. Ένας γάμος που όμως είχε ημερομηνία λήξης της έδωσε δυο κόρες. Τώρα ζει στην Κρήτη με τις κόρες της.

Η πατρική στέρηση ήταν κάτι που την πίεζε συναισθηματικά. Δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον πατέρα της. Όμως «Με το πέρασμα του χρόνου έγινα πιο επιεικής. Επικαλούμαι συχνά τα τελευταία του λόγια: μην κάνεις ποτέ το λάθος να μπεις στο Κόμμα, για να μπορέσω να τον συγχωρέσω εντελώς» (σελ. 81).

Από τις πιο συναρπαστικές αφηγήσεις είναι η συνάντησή της με μιαν αρκούδα. Αρνούμενη να ακολουθήσει την συμβουλή της φίλης της να γυρίσουν πίσω, εξακολουθεί να ανεβαίνει μόνη στο βουνό. Κάποια στιγμή βλέπει την αρκούδα, εκατό μέτρα περίπου μακριά της, να την κοιτάζει επίμονα. Το βάζει πανικόβλητη στα πόδια.

Ήταν τυχερή. Αυτές τις μέρες είδα ένα ντοκιμαντέρ με αρκούδες και έμαθα ότι το να το βάλεις στα πόδια για την αρκούδα σημαίνει ότι είσαι θήραμα, και σε παίρνει στο κυνήγι. Με τρόμαξε η πληροφορία ότι κάθε χρόνο σκοτώνονται περίπου 30 άνθρωποι από αρκούδες, και εκατοντάδες άλλοι τραυματίζονται. Φαίνεται ότι είναι το ίδιο ριψοκίνδυνοι με την Κωνστάνς, χωρίς να έχουν την τύχη της.

Διαβάζω:

«Η γενναιοδωρία της φίλης μου από την Κρήτη, που είναι γνώρισμα των ανθρώπων του νησιού…» (σελ. 133). Ε, δεν μπορώ να μη νοιώσω υπερήφανος σαν κρητικός διαβάζοντας αυτές τις γραμμές.

Υπάρχει και δεύτερο επίπεδο αφήγησης, αφήγηση μέσα στην αφήγηση, εξίσου συναρπαστική. Η θεία της Δημά αφηγείται: «Καλά κάνανε που σου βγάλανε το όνομα της θείας Κωνσταντίνας… Ξέρεις, η καημένη, πήρε το τουφέκι στον ώμο σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Δεν ήθελε να κάνει κακό σε κανέναν, κατέβαινε στα χωριά για να φέρει τροφή στα αδέλφια της, τους αντάρτες. Ήθελε να ζήσει ελεύθερη, να δει τους ανθρώπους να αγαπιούνται· το μίσος γύρω της την πλήγωνε. Της βγάλανε τα νύχια, της κάψανε το πρόσωπο και το σώμα με αποτσίγαρα, και την τουφέκισαν μπρος στα μάτια των γυναικόπαιδων και γέρων. Ήταν τόσο νέα, μόνο δεκαεφτά ετών» (σελ. 157).

Μια από τις ελάχιστες φορές που μιλάει πολιτικά στο βιβλίο της είναι στη σελίδα 187. Ανάμεσα στα άλλα μιλάει και για τη νέα αστική τάξη «με το κόκκινο χρώμα, η οποία, εκμεταλλευόμενη τη θέση της, θησαύριζε εις βάρος του λαού της πλασάροντάς του συνθήματα που η ίδια δεν πίστευε».

Η Κωνστάνς έχει δημοσιεύσει επίσης τρεις ποιητικές συλλογές, διάφορες μελέτες, και έχει βραβευθεί για το έργο της. Στην Βικιπαίδεια διαβάζουμε επίσης ότι πέρυσι εξέδωσε στα γαλλικά ένα μυθιστόρημα με τίτλο La solitude a la couleur de l’azur (Η μοναξιά στο χρώμα του γαλάζιου). Περιμένουμε να μας το μεταφράσει στα ελληνικά, όπως έκανε και με το παρόν βιβλίο, που η πρώτη του γραφή έγινε στα γαλλικά. Πιστεύουμε ότι θα είναι το ίδιο συναρπαστικό, όπως και εκείνα που θα ακολουθήσουν.

1 2